ἀτάσθαλος

ἀτάσθαλος
Grammatical information: adj.
Meaning: `reckless, wicked' (Il., Aeol.).
Derivatives: ἀτασθαλίαι pl. (Il.); ἀτασθάλλω (Od.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unexplained. Frisk, Eranos 31, 21ff., from *ἄ-θαρστος = Skt. á-dhr̥ṣta- `irresistable', to θάρσος. - Not to ἄτη, which has a long ἀ- (Hesychios, Schwyzer); s. Frisk, Leumann Hom. Wörter 215 n. 10 (with other proposals); also Fur. 379.
Page in Frisk: 1,177

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀτάσθαλος — reckless masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατάσθαλος — η, ο (AM ἀτάσθαλος, ον) απρεπής, ακόλαστος αρχ. αυθάδης, αλαζονικός, ανόσιος. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Κατά την επικρατούσα άποψη ο τ. αποτελεί πιθ. σύνθετο της λ. άτη. Δηλ. ατάσθαλος < άτας (αιτ. πληθ.) + θάλλων «αυτός που κάνει να αφθονούν… …   Dictionary of Greek

  • ἀτασθάλω — ἀτάσθαλος reckless masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἀτάσθαλος reckless masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτάσθαλον — ἀτάσθαλος reckless masc/fem acc sg ἀτάσθαλος reckless neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτασθάλοις — ἀτάσθαλος reckless masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτασθάλου — ἀτάσθαλος reckless masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτασθάλους — ἀτάσθαλος reckless masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτασθάλων — ἀτάσθαλος reckless masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτασθάλῳ — ἀτάσθαλος reckless masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτάσθαλα — ἀτάσθαλος reckless neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀτάσθαλε — ἀτάσθαλος reckless masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.